Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

''ΡΗΧΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ''

Αναδημοσιεύω ένα εξαιρετικό κείμενο από έναν άνθρωπο, που δεν τον έχω γνωρίσει, αλλά με εκφράζει απόλυτα ο γραπτός λόγος του. Το αφιερώνω στους φίλους μου και στους "φίλους" μου.

Στη ζωή μας συναντάμε ένα πλήθος ανθρώπων που έρχονται και φεύγουν. Κάποιοι έρχονται για να μείνουν και κάποιοι στην ουσία -παρότι πέρασαν- δεν έγιναν ποτέ μέρος της ζωής μας. Γνωρίσαμε πολλούς στα παιδικά μας χρόνια, στο σχολείο, στην εφηβεία, στην ενηλικίωση, στην ωριμότητα. Κάποιοι είχαν ποιότητα, κάποιοι άλλοι ταυτότητα και μερικοί είχαν κάποια ιδιαιτερότητα. Προσδιορίσαμε σε ένα βαθμό τις παρέες μας, επεξεργαστήκαμε τις ιδέες μας και ορίσαμε τον κύκλο μας. Συναντήσαμε ανθρώπους με όραμα, με ιδέες που πήγαν τη ζωή μας μπροστά. Μοιραστήκαμε σκέψεις με κάποιους που πίστεψαν πως ζωή τους αδίκησε και πως η κοινωνία τους χρωστά. Είδαμε «φίλους» να γίνονται εχθροί κι αλλάξαμε γνώμη για κάποιους που δεν ξέραμε, όταν τους γνωρίσαμε. Ξεχάσαμε πολλές φορές ανθρώπους που ήταν πραγματικά δίπλα μας και δώσαμε αξία σε ανθρωπάρια που μας «πούλησαν» στην πρώτη ευκαιρία. Είδαμε κάποιους χωρίς «ταβάνι» στις φιλοδοξίες τους ενώ οι δυνατότητές τους ήταν στάθμης «δεύτερου υπογείου». Νιώσαμε το μαχαίρι στην πλάτη μας από αδερφικά χέρια. «Αδειάσαμε» σαν άνθρωποι κάποια στιγμή και συγχωρήσαμε χωρίς να ξεχάσουμε. Νιώθαμε απίστευτα προδομένοι κάθε φορά που διανύαμε χιλιόμετρα για ανθρώπους που δεν έκαναν ούτε ένα βήμα για μας.
Ναι, φίλες και φίλοι. Όλες και όλοι σε κάποιο βαθμό έχουμε κάτι από τα παραπάνω νιώσει. Όλες και όλοι έχουμε πολλές φορές πληγωθεί κι έχουμε αρκετές πληγώσει. Λένε πως η αίσθηση του μαχαιριού είναι «γλυκιά» την ώρα που καρφώνεται στη σάρκα. Μετά από λίγο αρχίζει να πονάει. Υπάρχει η αίσθηση της ψευδεπίγραφης φιλίας, της αγάπης με ανταλλάγματα, του έρωτα με πληρωμή. Νιώθουμε ότι η ζωή μας ξοδεύεται στα ανούσια και δεν καταπιάνεται με τα ωραία και τα αληθινά. Νιώθουμε τον πόνο σε κάθε μας βήμα, την καρδιά μας να αιμορραγεί, την ψυχή μας να πονάει, το σώμα μας να ματώνει. Αισθανόμαστε τον πόνο του αποχωρισμού αγαπημένων μας ανθρώπων σαν ξερίζωμα της καρδιάς μας, σαν αφαίρεση ενός κομματιού από την ψυχή μας. Γινόμαστε σκληροί, κυνικοί, άπονοι και είρωνες για να αντέξουμε. Εξαφανιζόμαστε από τις ζωές των άλλων από φόβο για εκείνα που εμείς νιώσαμε, χωρίς να τους εξηγούμε το «γιατί». Δίνουμε τον καλύτερό μας εαυτό σε έναν αγώνα πιστοποίησης των προσόντων μας σε «φελλούς» που βρέθηκαν ψηλά. Ξεχάσαμε πως είναι η αίσθηση του γέλιου, αφήσαμε τα προβλήματα να μας πνίξουν, φυλακίσαμε την ψυχή μας στο σώμα μας και το μυαλό μας στις ορέξεις μας. Ακυρώσαμε την ποιότητα στο βίο μας, καλέσαμε τιποτένιους να μας επιβεβαιώσουν, δεν αφήσαμε τα παιδιά μας να εκφραστούν, κολλήσαμε στον πλούτο σαν βδέλλες και πετάξαμε κάθε ευκαιρία ποιοτικής αναβάθμισης του εαυτού μας.
Βάλαμε στη ζωή μας «τοξικούς» ανθρώπους. Δεν πήγαμε εκδρομές όταν είχαμε την ευκαιρία και τώρα γνωρίζουμε τον κόσμο από την τηλεόραση. Ξεχάσαμε πως είναι να γευόμαστε, να αγγίζουμε, να μυρίζουμε και μας ένοιαζε μόνο να βλέπουμε και να ακούμε. Κι όταν τα μάτια μας θόλωσαν και τα αυτιά μας βούλωσαν, τότε ανακαλύψαμε πως το δέρμα μας σκλήρυνε, η γλώσσα μας ξεράθηκε και η μύτη μας δεν οσφραινόταν πια. Ξυπνήσαμε μεμιάς από το λήθαργό μας και κοιτάξαμε σαστισμένοι γύρω μας. Όλα είχαν αλλάξει. Τα ρούχα μας ήταν παλιά, μιας άλλης εποχής. Κοιτάξαμε στον καθρέφτη κι είδαμε ένα τύπο με γερασμένο πρόσωπο, με ανοιχτό πολύχρωμο πουκάμισο, με παντελόνι «καμπάνα» και με μυτερά παπούτσια. Κι εκείνη η χοντρή χρυσή αλυσίδα στο λαιμό του είχε θαμπώσει. Φάνταζε παράταιρη, ξένη, αλλόκοτη, γελοία. Σπάσαμε τον καθρέφτη γιατί μας τρόμαξε αυτό που είδαμε. Μας άξιζε όμως. Καλά να πάθουμε αφού κιοτέψαμε και για κείνες τις ρηχές θάλασσες, προδώσαμε τον βαθυγάλαζο ωκεανό μας…

ΑΚΟΥΜΙΑΝΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου